Please wait while JT SlideShow is loading images...
Photo Title 1Photo Title 2Photo Title 3
ΓΚΕΛΑΝΤΟ

Το "Γκελάντο" διαφέρει από το συνηθισμένο κόκκινο κρασί, διότι για να παρασκευαστεί ένα λίτρο του χρειάζονται 5 κιλά Αγιωργήτικου σταφυλιού.

Δρ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΚΕΛΗΣ

Ωτορινολαρυγγολόγος
Δαμασκηνού 46, Κόρινθος - 20100
Τηλ. 27410 26631, 6944280764

www.gelis.gr
www.pharmagel.gr
www.curcumin.gr
www.d3gkelin.gr
www.zinc.gr
www.gkelismedicallexicon.gr
www.orlpedia.gr
www.gkelanto.gr
www.allergopedia.gr
www.gkelikosagiorgitiko.gr

Email: pharmage@otenet.gr


ΑΣΠΡΗ ΣΑΝ ΤΟ ΧΙΟΝΙ (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1907)

ΑΣΠΡΗ ΣΑΝ ΤΟ ΧΙΟΝΙ

Δὲν ἐνθυμοῦμαι πλέον πῶς μοῦ τἔλεγεν ἀείμνηστος ἡ κυρούλα μου τὡραῖον ἐκεῖνο παραμύθι· ἐπρόκειτο δι᾿  ἕνα  Βασιλόπουλο, ὁποὺ δὲν ἔστεργε ποτὲ νὰ πανδρευθῇ, ἀνίσως δὲν εὕρισκε μίαν βασιλοπούλα, τὴν ὄμορφην τοῦ κόσμου, ὁποὺ νὰ εἶναι «ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι, καὶ κόκκινη σὰν τὸ αἷμα».

Καὶ  ὕστερα, νομίζω, τὸ Βασιλόπουλο ἐπῆγε νὰ λαφοκυνηγήσῃ εἰς τέτοιον καιρόν, ὁποῖον ἔχομεν αὐτὴν τὴν ἑβδομάδα, ἀκόμη καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας· κ᾿ ἔρριξε μίαν τουφεκιὰν ἐπάνω στοὺς χιονισμένους κάμπους καὶ στὰ λιβάδια καὶ στὰ πλάγια τῶν βουνῶν κ᾿ ἐμάτιασε    μίαν ἔλαφον· καὶ τὸ αἷμα τῆς ἐλάφου ἐχύθη ἐπάνω στὰ χιόνια, κ᾿ ἐκεῖ, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἐγεννήθη μία βασιλοπούλα, κ᾿ ἐμεγάλωσε, καἦτον «ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι καὶ κόκκινη σὰν τὸ αἷμα».

Καὶ τΒασιλόπουλο ηὗρε τὴν νύμφην τῶν ὀνείρων του, πλασμένην ἀπχιόνι, ὅπως Πυγμαλίων τὴν ηὗρεν ἀπὸ μάρμαρον. Ὅλοι αὐτο ὑπῆρξαν εὐτυχεῖς ἐναντίον πρὸς τὸν στίχον το Ἰταλο ποιητο, κασυμφωνότεροι πρὸς τὸν ὁρισμὸν τοἀρχαίου φιλοσόφου· εὐτυχεῖς διότι δὲν ὑπῆρξαν.  Ἀλλ'  ἔκαμον καἄλλους πρὸς καιρὸν εὐτυχεῖς· τόσα παιδιὰ ποὺ ἀκούουν τὰς διηγήσεις τῶν προμητόρων.

*
* *

Ἐνθυμεῖσθε τὸν στίχον τοῦ Σολωμοῦ.

Ποιὰ  εἶν᾿ ἐκείνη  ποὺ κατεβαίνει
ἀσπροντυμένη ― ἀπ᾿ τὸ βουνό.

Ἡ χιὼν καὶ τὸ γάλα εἶναι αἱ δύο προχειρότεραι κοινοτοπίαι διὰ τὴν λευκότητα νεαρᾶς γυναικός. Μίαν φορὰν ἔτυχεν ν᾿ αὐτοσχεδιάσω ἓν δίστιχον πρὸς ἔπαινον μιᾶς λευκῆς καὶ λευκοφορεμένης. Μαζὶ μἕνα ἀγαπημένον, εὐγενῆ φίλον μου, τὸν Γιαννάκην τοῦ καπετὰν Ἀργυροῦ, ἐβαδίζαμεν εἰς τοἈχειλᾶ τὸ ποτάμι τὸν κατηφορον, τὸ ρέμα-ρέμα.

Παρὰ τὴν βρύσιν ἐπέζευσεν ἐκεῖνος, ἐγἐπέμεινα πεζὸς νὰ βαδίζω. Τότε μ᾿ ἐβίασε φιλικῶς νὰ λάβω ὀνάριον, τὁποῖον ἐσταμάτησεν εἰς τὸν δρόμον. Ἦτο μεγαλόσωμον μὲ κοκκινωπὸν σποδοβάϊον τρίχωμα, ὅλως ἀσυνήθους χρώματος, τὁποῖον ἐγὼ μὲ τἀνακάτωμα ἀθηναϊκῶν ἀναμνήσεων ὠνόμασα «κοκκινέλι».

Παρὰ τὴν βρύσιν μᾶς ἔφερεν ὁ ψυχογυιὸς τοῦ Γιαννάκη, ἀγωγιάτης, καλάθιον μἀχλάδια, ἀγγούρια, καὶ πράγματα· ἔβαλεν εἰς τὴν πηγὴν διὰ 〈νὰ〉 κρυολογήσῃ τὸ παγούρι μὲ τὸ ρακί· παγούρι φυσικόν, ἀπὸ ποδάρι τεραστίας καβούρας, τὁποῖον ὠνομάζομεν, δὲν ἠξεύρω διατί, «τὸν Καβουροπόλεως». Ἐλέγαμεν π.χ. «φέρε τὸν Καβουροπόλεως, μᾶς ἦλθεν ὁ Καβουροπόλεως;» καὶ τὰ τοιαῦτα.

Ἀλλ᾿ ἰδού, ἐνθυμοῦμαι. Εἷς νεαρὸς μοναχός, ἀγαπῶν ν᾿ ἀστεΐζεται, γενομένου ποτὲ λόγου περὶ μητροπολιτῶν διαφόρων παροικιῶν, ληγουσῶν εἰς πόλεως, ὅταν ἔτυχε τότε νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν μέσην καὶ τὸ παγούρι αὐτὸ τοῦτο, ἀνέκραξεν αἴφνης:

― Νά καὁ Καβουροπόλεως!

Ἐκεῖ λοιπόν, ὅταν τὸ παγούρι αὐτἔφερε τοὺς συνήθεις γύρους, ἀνεκαλέσαμεν, μὲ πάντα σεβασμόν, τὰ λόγια τοῦ προφήτου Ἠλιού, ἐκ τῆς Βασιλειῶν Γ´, κ᾿ ἐλέγαμεν: «Δευτερώσατε, καἐδευτέρωσαν· τρισσεύσατε, καἐτρίσσευσαν».

Ὅπου ὁ καπετὰν Γιαννάκης, μεγάλως φαιδρυνθεὶς ὅταν ἤκουε τἐδάφια αὐτὰ τῆς Γραφῆς, ἀφελῶς ἔλεγεν, ἀποτεινόμενος πρὸς κληρικὸν φίλον μας:

― Τὸ δευτέρωσες, παπά;

Τοῦ Γιαννάκη βεβαίως θἐπήγαινεν ὁ νοῦς του εἰς τὸ δευτέρωμα τῶν ἀμπέλων, τὸ καλούμενον καὶ δισκάφισμα*.

 

Τέλος ἵππευσα κ᾿ ἐγὼ εἰς τὸ «Κοκκινέλι», τὸν Πήγασόν μου, καἠρχίσαμεν ν᾿ ἀνερχώμεθα τὸ βουνόν. Ἐπηγαίναμεν εἰς ἕνα πανηγύρι τοῦ Προδρόμου, τῆς 24 Ἰουνίου.

Ἐκεῖ συνηντήσαμεν τὴν λαμπρὰν παρέαν τοῦ καπετὰν Κωνσταντῆ τοῦ Μυτιληνοῦ, ὅλην ἔφιππον. Αὐτός, ἡ συμβία του, τὰ τέσσαρα παιδιά του καὶ δύο παραγυιοί του. Ἡ καπετάνισσα, ὡραία, τριακοντοῦτις γυνή, μὲ λαμπρὰν περιβολήν, καὶ κόκκινα μεταξωτὑποκάμισα, ἵππευε μεγαλοπρεπῶς ἐπὶ εὐρώστου ἡμιόνου.

Ξαναμμένος καθὼς ἤμην ἐγώ, ὀχούμενος ἐπάνω εἰς τὸ Κοκκινέλι, μοἦλθε νὰ εἴπω εἰς τὸν καπετὰν Κωνσταντήν:

― Μοῦ δίδεις τὴν ἄδειαν νὰ πἕνα τραγούδι τῆς κυρίας;

― Εὐχαρίστως.

Καὶ τότε ἀπήγγειλα:

Ἀσπροκολοβολοῦσα μου, καἄσπρη σὰν τὸ γάλα,
σένα σο
ῦ πρέπει λεβεντιά, σοῦ πρέπει καὶ καβάλα.

Σημειώσατε ὅτι ἡ πρώτη λέξις τοῦ διστίχου, ἄνευ δυσφημίας, σημαίνει ἐκεῖ εἰς τὰς νήσους τὴν φέρουσαν λευκὸν κολόβιον, ἢ φουστάνι ἄνευ χειρίδων.

*
* *

Καὅλα μὲν αὐτὰ καλἦσαν τότε· ἀλλὰ τώρα, ὅταν ἐγήρασέ τις, οὔτε «ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι», οὔτε «κόκκινη σὰν τὸ αἶμα», τίποτε πλέον ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ δὲν βλέπει τις· ἀλλὰ καταντᾷ νὰ γίνεται αὐτός: κρύος σὰν τὸ χιόνι… καὶ νὰ πάσχἀναιμίαν.

(1907)

Last Updated (Friday, 21 October 2016 12:49)

 
mod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_counter
mod_vvisit_counterToday636
mod_vvisit_counterYesterday1122
mod_vvisit_counterThis week5099
mod_vvisit_counterLast week4658
mod_vvisit_counterThis month17503
mod_vvisit_counterLast month18043
mod_vvisit_counterAll days398249